Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Εκείνος...

Εκείνος περπάτησε για άλλη μια φορά μέσα στα σκοτάδια. Τον άκουσα, τον ένιωσα πριν τον δω. Χαμογέλασα απολαμβάνοντας το γεγονός ότι στα όνειρα ήταν ίδιος με την πραγματικότητα. Το πρόσωπο του έμεινε ανέκφραστο για λίγο ώσπου ένα μειδίαμα έκανε την εμφάνιση του. Κράτησε τη συνηθισμένη απόσταση. Και οι δυο την κρατήσαμε. Δεν ήθελα να φύγει τόσο σύντομα. Μου είχε λείψει. Άλλωστε, ο χρόνος μας ήταν περιορισμένος. Ελάχιστος. Όσο η μνήμη μας συγκρατεί τα όνειρα.  Τόσο λίγο. Μου έκανε ένα νεύμα και περπάτησα δίπλα του στο γνωστό δάσος, ανάμεσα σε γνωστά δέντρα. Το μονοπάτι μας φωτίζονταν από κάτι εκεί ψηλά. Από τη σελήνη ίσως. Σταμάτησε και τα μάτια του ξαφνικά έμοιασαν ακόμα πιο μαύρα από την νύχτα γύρω μας. Ωστόσο, το γνωστό φως τους ήταν εκεί όπως πάντα. Το φως που πήγαζε από τα βάθη της ψυχής του. Για άλλη μια φορά αναρωτήθηκα σιωπηλά πως γίνεται να κρύβεται τόσο πολύ φως μέσα σε τόσο πολύ σκοτάδι. Δεν τον ρώτησα. Δεν θα μου απαντούσε. Δεν θα μιλούσε καν. Κούνησε το κεφάλι και χαμογέλασε λες και είχε ακούσει τις σκέψεις μου. Ίσως να το είχε κάνει. Το χαμόγελο του φώτισε ακόμα περισσότερο το σκοτάδι. Με πλησίασε και σήκωσε τη παλάμη του ανοιχτή προς το μέρος μου στο ύψος του θώρακα του. Άθελα μου, το βλέμμα μου έπεσε για ένα δευτερόλεπτο στο ξύλινο φυλαχτό στον λαιμό του. Το φυλαχτό με το αρχικό του. Επέστρεψα γρήγορα στα μάτια του. Σχημάτισε έναν κύκλο στον αέρα με τα μάτια του να μην φεύγουν από τα δικά μου. Ο κύκλος που σχημάτισε το χέρι του ήταν λες και αποτελούνταν από ασημόσκονη, αστερόσκονη. Κάτι πολύτιμο, εύθραυστο και μαγικό. Κοίταξα για μια στιγμή μέσα στον μαγικό κύκλο και οι εικόνες άρχισαν να παίζονται στο μυαλό μου όσο τα μάτια του με κατάπιναν. Με ρουφούσαν μέσα τους όσο η ενέργεια των εικόνων μου έδινε ζωή. Μ’ έκανε να νιώθω, να αισθάνομαι ξανά. Έκανα ένα βήμα πίσω ξέπνοη και γέλασα. Ήταν από τις λίγες φορές που μοιράστηκε τη χαρά μου. Ξεκίνησε να απομακρύνεται περπατώντας σ’ ένα μονοπάτι στρωμένο από την πολύτιμη σκόνη, παρά τις φωνές μου. Όταν είχε φτάσει αρκετά μακριά μου γύρισε και μου χαμογέλασε. Από μέσα μου ευχήθηκα με όλη μου τη καρδιά να επιστρέψει ακόμα κι αν αργούσε. Το μόνο που ήθελα ήταν να επιστρέψει. Η σκόνη τον κατάπιε σχεδόν και ήμουν σίγουρη πλέον ότι ο κύκλος που είχε σχηματίσει για να μου δείξει τις εικόνες ήταν μαγικός. Κι εκείνος άλλωστε, μαγικός είναι…

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Τα Κεριά

Ανάβω ένα κερί για όλες εκείνες τις στιγμές
που δεν κοιμηθήκαμε μαζί.
Για τις νύχτες τις θλιμμένες, τις σκοτεινές που μυρίζουν
Μπαρούτι και γη υγρή.
Για μαξιλάρια από δάκρυα μουσκεμένα,
για μάτια κόκκινα, πρησμένα, ολότελα αλλαγμένα.

Ανάβω ένα κερί για τα μοναχικά πρωινά,
μύριζαν τσάι και βροχή,
που με καρέκλα απέναντι σου αδειανή,
αναρωτιόσουν τι έχει να προσφέρει η ζωή.
Για διαδρομές με λεωφορεία και ταξί,
με φώτα νυσταλέα, σχεδόν νεκρά,
σε δρόμους ακόμα κοιμισμένους,
πριν ακόμα η πόλη απ’ την λήθη βγει.

Ανάβω ένα ακόμα κερί
για τις δίχως απάντηση ερωτήσεις,
τις άδειες αγκαλιές, του κρεβατιού τις κρύες γωνιές,
τα γέλια, τις ματιές και τις στιγμές
που έμειναν μισές. Αμοίραστες.
Από μοναξιά άρρωστες κι αδύναμες.

Κι ένα κι ακόμα ένα
για τον πόνο που δεν περνούσε,
για την μια ψυχή που την άλλη αναζητούσε,
τον δρόμο προς τον θάνατο να βρει δεν μπορούσε.

Ανάβω ένα κερί για τότε που δεν ήμουν εκεί,
Να σε προστατέψω απ’ του κόσμου την βία,
Την οργή.
Για τότε που καταφύγιο δεν είχες να κρυφτείς.
Για τις πληγές του κορμιού και της ψυχής,
βασανίζουν όλους όσους ζούνε επί της γης.

Και στο τέλος χίλια θ’ ανάψω κεριά
για τα χρόνια που πέρασαν τα επτά.
Για τις κραυγές μας τις διπλές
που με είδωλα γέμισαν το μυαλό,
ράγισαν την καρδιά σε κομμάτια εκατό.

Το σπίτι ολόφωτο καθώς θα’ ναι,
στο κέντρο του θα ξαπλώσω εγώ.
Φουστάνι λευκό θα φορώ,
κραγιόν πορφυρό,
κάτι μπλε και κάτι παλιό.
Θ’ αφήσω τα κεριά τελείως να καούν,
οι τολύπες του καπνού να με καταπιούν.
Κι αν το σπίτι πιάσει φωτιά,
δεν με νοιάζει πια. 

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Δεν υπήρχε πια σκηνή. Δεν υπήρχε πια θέατρο ή ταξιθέτριες ή κόσμος που ψιθύριζε. Υπήρχαν δέντρα και χορτάρι και η ήπια μυρωδιά της βροχής. Από κάπου μακριά ακουγόταν το κελάρυσμα ενός ρυακιού, βήματα, φτερουγίσματα κι ένα σωρό άλλοι ήχοι του δάσους. Ελαφρό αεράκι έκανε το φύλλωμα των δέντρων να χορεύει και το χορτάρι να λικνίζεται. Κάπου μια κουκουβάγια σήμανε το ξεκίνημα της νύχτας και τότε το φως της ολόγιομης σελήνης έπεσε μπροστά του, μερικά μέτρα μακριά, φωτίζοντας ένα λεπτό, αχνό μονοπάτι. Άκουσε θόρυβο και την επόμενη στιγμή μια σιλουέτα φάνηκε πίσω από το μονοπάτι του φεγγαριού. Την έβλεπε που τον πλησίαζε. Την ένιωθε. Ένιωθε την αύρα της. Ήταν κάτι το δροσερό, ανάλαφρο, ήρεμο και σχεδόν μαγικό. Κάτι αρχέγονο μέσα του που αναγνώρισε ή θυμήθηκε κάτι από την σκηνή που τον τύλιγε, έκανε την καρδιά του να χτυπήσει πιο γρήγορα. Ήταν ωστόσο μια όμορφη αίσθηση, όπως όταν περιμένεις κάτι όμορφο. Ομορφιά. Αυτό ήταν που αντίκρισε ο Οδυσσέας. Ήταν εκείνη και ήταν η σελήνη. Κατάλαβε πως η λάμψη που αντιφέγγιζε στο πρόσωπο της ήταν η ίδια η σελήνη. Χλωμή και γοητευτική. Τα μάτια της έμοιαζαν φτιαγμένα από πολύτιμα πετράδια. Τα χείλη της ήταν κερασένια και... και σχεδόν μπορούσε να τα γευτεί! Τα μαλλιά της έπεφταν λυτά στους ώμους της και οι ατημέλητες, χαλαρές της μπούκλες χόρευαν σε κάθε της βήμα. Οι πτυχώσεις του φουστανιού της βάλθηκαν να κάνουν μια αέρινη κίνηση. Ο τρόπος που κινούσε τους γοφούς της, τα χέρια της, μέχρι και τα ντελικάτα πόδια της, ήταν άκρως θηλυκός και λεπτεπίλεπτος. Εκείνη τη στιγμή θα έβαζε το χέρι του στη φωτιά ότι η Μαρκέλλα ήταν φτιαγμένη από κάτι απαλό και μαλακό και όμορφο, σαν τα σύννεφα ή την ομίχλη. Το αεράκι που φυσούσε έφερε στους οσφρητικούς του κάλυκες το άρωμα της, εκείνο που θύμιζε μοσχολέμονο και γιασεμί ταυτόχρονα. Ανάπνευσε βαθιά, λες και το άρωμα της ήταν που έκανε την καρδιά του να χτυπάει, που τον κρατούσε στην ζωή. Ένιωθε λες και μ' αυτό τον τρόπο όλα όσα ήταν ή Μαρκέλλα έφταναν στα κατάβαθα της ψυχής του. Ήθελε κάθε μόριο του κορμιού του, κάθε σταγόνα του αίματος του να γίνει δική της και μόνο δική της. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά νόμιζε πως η επίδραση της πάνω του ήταν όμοια μ' εκείνη των ναρκωτικών. Ναι. Αυτό ήταν. Η Μαρκέλλα ήταν το ναρκωτικό του. Και όσο περπατούσε και μείωνε την απόσταση ανάμεσα τους, εκείνος τόσο περισσότερο έχανε τον εαυτό του. Ξαφνικά, για πρώτη φορά στη ζωή του, επιθυμούσε τα χείλη κάποιας. Επιθυμούσε όσο τίποτε άλλο τα χείλη της. Να τα φιλήσει, να τα νιώσει πάνω στα δικά του, να την σφίξει πάνω του, να νιώσει το σώμα της, την ζεστασιά της, να μυρίσει τα μαλλιά της και το δέρμα της. Να ακούσει την ανάσα της. Να ακούσει το όνομα του από τα χείλη της. Αυτά τα χείλη τα καλοσχηματισμένα, τα βελούδινα, τα κερασένια, να λένε... 

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Ο Ναός

Έφτιαξα έναν ναό για την αγάπη μου. Είναι λευκός κι άσπιλος, ενώ άγγελοι μ' απαλές φτερούγες φυλάνε τ' αετώματα του. Ύψωσα εφτά καμπαναριά προικισμένα με γλυκόλαλες καμπάνες κι άνοιξα χίλια παράθυρα, ν' ακούγεται παντού ο σκοπός τ' ανέμου. Έστρωσα με ροδοπέταλα τα πατώματα και φύτεψα πορφυρές τουλίπες στον γαλανό του θόλο. Στο κέντρο τοποθέτησα την δική σου μορφή φτιαγμένη απ' ατόφιο ασήμι. Στεφάνωσα τα μαλλιά σου με ρουμπίνια και χρυσάφι κι έφτιαξα τα μάτια σου από λαμπρό τοπάζι. Σαν έφτασε η νύχτα κι η σελήνη ευλόγησε με το καθαγιαστικό της φως την όμορφη μορφή σου, άναψα κεριά, έκαψα λιβάνια και βότανα προς τιμήν σου. Γονάτισα μπροστά σου με κατεβασμένο το βλέμμα κι αγκάλιασα τα πόδια σου. Σε κράτησα τόσο σφιχτά! Πιο σφιχτά από την ίδια την ζωή μου... Και σαν η καρδιά μου έπαψε πια να χτυπά, εγκατέλειψα το σώμα μου στην ασφάλεια των δικών σου χεριών. Δεν ήμουν τίποτα παρά μια άυλη νεφέλη. Χόρεψα με τον καπνό του λιβανιού και τραγούδησα τους σκοπούς του Αιόλου. Τα έκανα όλα για σένα. Κι ύστερα, με δάκρυα να μουσκεύουν τα μάγουλα μου, απόθεση την ψυχή μου, που το χρώμα της την λάμψη του έχασε πριν χρόνια, στον δικό σου βωμό. 

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Αγκάρτα (Σύνοψη)


Η Αθήνα μετά το τέλος του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου θυμίζει ελάχιστα την Αθήνα του παρελθόντος. Στις υπόγειες στοές της οι μειονότητες και οι εκδιωγμένοι από τη νέα κυβέρνηση έχουν δημιουργήσει μικρές, ιδιόμορφες κοινότητες που στηρίζονται κυρίως στους λίγους επαναστάτες της πόλης. Η Βαλέρια περνάει τις ημέρες της στην επιφάνεια και τις νύχτες της στις στοές. Έχοντας χάσει την μητέρα της από κάποια ανίατη ασθένεια κι έχοντας δει τον απαγχονισμό της αδερφής της, βρίσκει καταφύγιο και συντροφιά στις στοές, δίχως να πάψει να ελπίζει σ' ένα καλύτερο μέλλον, σ' έναν πλανήτη που οι άνθρωποι θα' ναι όπως παλιά. Δεν γνωρίζει όμως πως κάτω από τις στοές, στο κέντρο του πλανήτη, υπάρχει η εσωτερική γη. Η Αγκάρτα λάμπει από τον πλούτο, την μοντέρνα αρχιτεκτονική και την προηγμένη τεχνολογία. Οι Αγκαρθιανοί ζουν σ' έναν υπόγειο παράδεισο που φωτίζεται από τον εσωτερικό ήλιο, όμως πίσω από αυτό το υπέροχο προσωπείο κρύβεται σκοτάδι και δυσωδία. Ο Ντίαν Κεχτ, μέλος του Συμβουλίου των Εκλεκτών, ονειρεύεται όπως και η Βαλέρια. Μάχεται για έναν κόσμο όπου οι Αγκαρθιανοί και οι άνθρωποι της επιφάνειας θα μπορέσουν επιτέλους να ενωθούν. Μια υπόσχεση και η αγάπη του για επιφάνεια τον οδηγούν στις στοές και εκεί βρίσκει την Βαλέρια. Η κάθοδος τους στην Αγκάρτα δεν είναι παρά η αρχή της μιας σειράς γεγονότων που άλλαξαν για πάντα την ανθρωπότητα. 
 

Φαντασίωση

Χθες έκανα μια σκέψη τρελή, αν και πρέπει να πω ότι καιρό τώρα τριβελίζει το μυαλό μου. Φαντάστηκα -θα' λεγα ονειρεύτηκα, αλλά αυτό θα' ταν πιο τρελό ακόμα κι απ' την ίδια την σκέψη- μια ζωή απλή, καθημερινή με μια άλλη εκδοχή του εαυτού μου να πρωταγωνιστεί σ' ένα παράλογο έργο. Ήταν περίεργη η εκδοχή μου αυτή. Δεν ήμουν τίποτα παρά μια συνηθισμένη μικροαστή, η γυναίκα του άντρα μου και τίποτα άλλο. Μάνα παιδιών ή καλύτερα ανθρώπων με όνειρα ήδη νεκρά. Ναι. Τα ματιά τους ήταν αθώα κάθε φορά που αντίκριζαν το φως του ήλιου, όμως ήταν μάτια που ύστερα από λίγα χρόνια θ' αντίκριζαν έναν κόσμο φρικτό στον οποίο τα είχα φέρει εγώ. Βέβαια, η άλλη εκδοχή του εαυτού μου δεν νοιαζόταν και πολύ. Της έφτανε να είναι δούλα και κυρά, αρχόντισσα του σπιτικού της, η γυναίκα του ανδρός της που την ταΐζει, την ποτίζει, την ντύνει και όποτε θέλει την βγάζει έξω μαζί με την υπόλοιπη φαμίλια και την αναδεικνύει σαν τρόπαιο που κέρδισε επάξια. Του χρωστούσε η ζωή τέτοια “ευτυχία”. Ήταν φρικτή η φαντασίωση αυτή. Δεν κατακρίνω τις γυναίκες που επιλέγουν τέτοια ζωή. Η μοίρα διαλέγει έναν δρόμο για τον κάθε άνθρωπο. Αυτό που με τρόμαξε ήταν η απώλεια φωτός στα μάτια της περίεργης αυτής εκδοχής μου. Δεν ζούσε. Επιζούσε απλά. Καμία συγκλονιστική συγκίνηση, κανέναν συναίσθημα ικανό να συνταράξει. Και τότε, καθώς η φαντασίωση αυτή είχε αρχίσει σιγά- σιγά να καταβάλει ένα κομμάτι μου, το δαιμόνιο, που μ' έχει διαλέξει για σπιτικό του εδώ και πολύ καιρό, άρχισε να μαίνεται και να ουρλιάζει. Ήταν ένα ουρλιαχτό σιγανό. Χα! Περίεργο είναι όταν η σιωπή είναι πιο δυνατή και απ' τον πιο εκκωφαντικό ήχο ακόμα. Ένιωθα τον θυμό του, την οργή του. Ωστόσο, από ένα σημείο και μετά δεν μπορούσα να καταλάβω αν η οργή αυτή προερχόταν απ' τον δαίμονα μου ή αν η συνειδητοποίηση όσων φαντάστηκα πυροδότησε κάποια αλυσιδωτή αντίδραση μέσα μου. Πως είναι δυνατόν να ζήσω μακριά απ' τον δαίμονα μου; Δεν γίνεται πια να τον ξεριζώσω από μέσα μου! Είναι πια πολύ αργά, γιατί το δαιμόνιο έχει χτίσει το φρούριο του μέσα μου. Φρούριο επανδρωμένο με αναμνήσεις και συναισθήματα και ο μόνος τρόπος για ν' απαλλαγώ από αυτά τα δύο -αναμνήσεις και συναισθήματα- είναι να συναντηθώ με τον θάνατο. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Όχι ακόμα. Οπότε, μέχρι τότε το δαιμόνιο θα μ' οδηγεί πάντα σε δρόμους στρωμένους στάχτη και ρουμπίνια, αίμα και δάκρυα, θλίψη και αγάπη, μίσος και εκδίκηση. Θα ανοίγει πόρτες που θα οδηγούν σε χώρες μαγικές, αρώματα λουσμένες. Θα με συστήνει σε άλλους δαίμονες, θα φέρνει κοντά μου αγγέλους του σκότους και του φωτός. Θα με σκοτώνει και θα με ανασταίνει χίλιες φορές. Θα ζω χίλιες ζωές κι όμως θα' χω ζήσει μόνο μία και θα' μαι ευτυχισμένη, γιατί είναι τυχεροί αυτοί που ζουν και διακατέχονται από ένα τέτοιο δαιμόνιο, είτε αυτό τους οδηγεί σε μουσικές αλλόκοσμες, είτε τους ρίχνει σε μονοπάτια χαραγμένα σε κιτρινισμένες σελίδες, είτε τους αναγκάζει να έχουν χίλια πρόσωπα ή ακόμα κι αν τους μαγεύει με χρώματα και σκιές ή αν μετατρέπει το σώμα τους στον ένα και μοναδικό ναό τους με κάθε κίνηση του οποίου δοξάζουν κάτι ιερό, κάτι μυστικό, κάτι που έχουμε όλοι βαθιά κρυμμένο μέσα μας. Μακάριοι αυτοί που διακατέχονται απ' τον δαίμονα τους! Μακάριοι αυτοί που επιλέγουν να ζουν στις σκιές υπηρετώντας το σκοτάδι, σκεπτόμενοι πάντα ότι ο δρόμος προς το φως είναι σκοτεινός. Χωρίς σκοτάδι, δεν υπάρχει φως. Κι έπειτα η φαντασίωση συνεχίστηκε. Περπάτησες μέσα σ' έναν δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα κι ο γαλανός ουρανός από πάνω σου ήταν ολάνθιστος. Με πλησίασες κι αγκάλιασες κι εμένα και το δαιμόνιο μου. Φίλησες τις πληγές στα χέρια μου, εκείνες που απέκτησα μαχόμενη σε πεδία άλλων κόσμων για την ελευθερία ανθρώπων που είχα γεννήσει εγώ η ίδια. Έδιωξες τα δάκρυα που' χαν κυλήσει στα μάγουλα μου για τον θάνατο κάποιας νεφέλης και με σήκωσες στα χέρια σου κι μ' οδήγησες σ' ένα κρεβάτι στρωμένο με λευκά κρίνα που λουζόταν στο φως του φεγγαριού. Ζώντας την φαντασίωση ακόμα, έκλεισα τα μάτια μου και βυθίστηκα σε γλυκό ύπνο. Ανοίγοντας τα μάτια μου, γύρισα στον πραγματικό κόσμο κι η φαντασίωση έμοιαζε με μακρινό όνειρο, όμως εσύ δεν ήσουν δίπλα μου και υπήρχαν μίλια ανάμεσα μας. Ατέλειωτα μίλια...