Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

"Οι Ονειροπόλοι" (απόσπασμα)

Ο Οδυσσέας βάλθηκε να την κοιτάζει και όσο το έκανε αυτό, όλο και πιο πολύ καταλάβαινε τα λόγια της. Τα ένιωθε καθώς ρίζωναν μέσα του και γίνονταν δικά του. Ο ανοιχτός ορίζοντας ήταν γεμάτος καινούριες πιθανότητες. Όλα ήταν εφικτά, εκεί ψηλά. Ξάφνου τον κυρίευσε η επιθυμία να πάρει την Μαρκέλλα και να φύγουν από εκεί. Να πάνε κάπου μακριά. Πολύ μακριά. Που να μην τους γνωρίζει κανένας, που να μην γνωρίζουν κανέναν. Να είναι μόνοι και ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν, όποτε θέλουν. Τι όμορφο που θα ήταν αυτό! Αναστέναξε βαθιά και η Μαρκέλλα τον κοίταξε.“Τι έγινε;” ρώτησε. “Μακάρι να μπορούσαμε να φύγουμε από εδώ. Να πάμε κάπου αλλού, μόνο οι δυο μας. Όπου θέλεις. Δεν θα με πείραζε το μέρος.” Το βλέμμα της καρφώθηκε στην θάλασσα που ανοιγόταν πέρα μακριά. Μια εικόνα ξεπήδησε από τα βάθη της συνείδησης της. Εκείνη και ο Οδυσσέας μαζί, να διασχίζουν τους δρόμους του Λονδίνου, τα πρόσωπα τους να φωτίζονται από τις μεγάλες πινακίδες του West End και της Τραφάλγκαρ Σκουέρ. Θα περπατούσαν στα πάρκα και τις πλατείες, θα διέσχιζαν τις γέφυρες και θα πήγαιναν στο θέατρο, στο σινεμά, θα δοκίμαζαν γλυκά και φαγητά, θα επισκέπτονταν τις Αίθουσες Τσαγιού και τα μουσεία. Θα έκαναν βόλτες δίπλα στον Τάμεση και θα έτρωγαν fish n' chips. Θα έμεναν σε μια μικρή πανσιόν, τα βράδια θα διάβαζαν ο ένας στον άλλο. Η εικόνα ήταν τόσο ζωντανή που σχεδόν μύριζε το ζεστό τσάι, τα βουτήματα και το κέικ. Άκουγε τις μελωδίες του Γουέμπερ και του Χάμερστεην. Με τα μάτια της ψυχής της να κοιτάζουν το ηλιοβασίλεμα στα νερά του Τάμεση, έπιασε το χέρι του Οδυσσέα. Εκείνος το έσφιξε και τότε η εικόνα που είχε σχηματιστεί στο μυαλό της ξεθώριασε. Αναστέναξε βαθιά και ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια της. Μοιράστηκαν μια παρατεταμένη ματιά και ένευσαν ο ένας στον άλλο. “Ναι. Χίλιες φορές ναι.” του ψιθύρισε και τα αεροπλάνα που διέσχιζαν τον ουρανό και η μουσική της μπάντας είχαν χαθεί μια για πάντα για εκείνη. Ο Οδυσσέας ένιωσε τα πάντα μέσα του να λιώνουν και να γίνονται ρευστά. Μια περίεργη ζεστασιά απλώθηκε σ' όλο του το σώμα. Πεταλούδες πετούσαν στο στομάχι του και ένιωθε μια συνταρακτική συγκίνηση. Κάτι μέσα του φώναζε ότι αυτό ήταν αγάπη. Αυτή η αίσθηση, η τόσο όμορφη, τόσο υπέροχη που έμοιαζε με ναρκωτικό, ήταν αγάπη. Ξαφνικά ήξερε. Τα μάτια του άγγιξαν το πρόσωπο της σαν χάδι, με το χέρι της ακόμη μέσα στο δικό του. “Σ' αγαπάω, Μαρκέλλα.” η φωνή του ήταν βαθιά, σοβαρή και σταθερή. Η Μαρκέλλα ανατρίχιασε χωρίς να το θέλει κι ένιωσε να γεμίζει. Όλα μέσα της γέμισαν με αγάπη και το συναίσθημα αυτό ήταν τόσο έντονο που έκανε την ανάσα της ακανόνιστη και γέμισε με δάκρυα τα μάτια της. Δάγκωσε τα χείλη της και πεταρίζοντας τα βλέφαρα της, τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της. “Σ' αγαπάω. Κι εγώ σ' αγαπάω.” είπε σιγανά και θα το έλεγε ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι να ματώσουν τα χείλη της. Ένιωθε ολόκληρο το σώμα της να τρέμει. Ήξερε ότι αυτό που ένιωθε ήταν δυνατό, αληθινό, σχεδόν δυσβάστακτο για το θνητό της σώμα, όμως ήταν ευτυχισμένη. Ήταν σίγουρη ότι έτσι θα ένιωθε μόνο μια- δυο φορές στη ζωή της. Ή μπορεί να μην υπήρχε καν δεύτερη. Ο Οδυσσέας, με μεγάλη δυσκολία, πήρε το βλέμμα του απ' το πρόσωπο της και κοίταξε τον ουρανό. Η μουσική είχε σταματήσει όπως και το πήγαινε- έλα των αεροπλάνων. “Τέλειωσε η παρέλαση.” είπε δυνατά με ασταθή φωνή. Η Μαρκέλλα τον πλησίασε τόσο, που το μπράτσο της άγγιξε το δικό του. “Ναι, τέλειωσε.”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου