Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Παραίσθηση

Η φλόγα του αναπτήρα φωτίζει το δωμάτιο και γεμίζει τους τοίχους του με σκιές. Να! Εκεί! Είναι μια που μοιάζει με τον θρυλικό Νοσφεράτου, αν και νομίζω πως είναι απλά η πολυθρόνα μου. Μια άλλη πιο κοντά μου μοιάζει με κάποιο πλάσμα που είναι είτε καταδικασμένο να κουβαλάει τα φτερά του σκότους είτε έχει την ευλογία να ανυψώνεται απ' τα φτερά του φωτός. Αλλά και πάλι μαντεύω γρήγορα ότι κατά πάσα πιθανότητα θα' ναι η ονειροπαγίδα που κρέμεται απ' το παράθυρο της οροφής. Κουνάω το κεφάλι και σταματάω αυτόν τον παράλογο συλλογισμό. Ο καπνός βγαίνει αργά- αργά απ' τα χείλη μου γαργαλώντας τα και τυλίγοντας με για μερικά δευτερόλεπτα στις θολές τολύπες του. Κοιτάζω την πυρωμένη άκρη του τσιγάρου μου απ' όπου ανυψώνεται μια λεπτή λευκή γραμμή καπνού. Την φυσάω και τρεμοσβήνει για λίγο, σαν φάρος στην μέση του πουθενά, σ' έναν απέραντο ωκεανό. Τι όμορφος που είναι ο ωκεανός, η θάλασσα, ο αλατισμένος άνεμος, τα πουλιά που χορεύουν στον ουρανό γιορτάζοντας το κάθε κύμα που σκάει στην ακτή. Κλείνω τα μάτια και μπορώ να μυρίσω την θάλασσα, ν' ακούσω τα κύματα, να νιώσω την δροσερή άμμο στα πέλματα μου, μπορώ ακόμα και να δω τον έναστρο ουρανό! Ανοίγω τα μάτια και το ταξίδι τελειώνει. Χαμογελάω και γεμίζω τα πνευμόνια μου με καπνό. Ανοίγω τα χείλη και τυλίγομαι σ' εκείνο το γνώριμο σύννεφο. Νιώθω την νικοτίνη να κυλά στο σύστημα μου με κάθε χτύπο της καρδιάς μου, με κάθε σταγόνα αίματος που ταξιδεύει στις φλέβες μου, με κάθε ανάσα. Στέλνω κι άλλη νικοτίνη στο σύστημα μου κι εκείνη η γλυκιά θολούρα με καταλαμβάνει. Χάνομαι μέσα στις τολύπες του καπνού που πλέον με περιτριγυρίζουν και με κλείνουν σ' έναν άλλο κόσμο, στον δικό μου κόσμο. Χαμογελάω και βλέπω φιγούρες να παίρνουν μορφή. Ένας πρίγκιπας μελαγχολικός, ένας ωραίος μουσικός που μοιράζει κόκκινα τριαντάφυλλα με μαύρες κορδέλες. Πίσω του, εκεί που πριν είχε κάνει την εμφάνιση του ο Νοσφεράτου, βρίσκεται ένα πιάνο. Εκεί που είχε εμφανιστεί η φτερωτή μορφή, τώρα πέφτει το φως ενός ολόγιομου φεγγαριού, μου φωτίζει τον δρόμο προς τον πρίγκιπα μου. Ω! Είναι ωραίος ο πρίγκιπας μου! Ντυμένος στα μαύρα μ' όλο το σκοτάδι του κόσμου συγκεντρωμένο στα μάτια του, στα μαλλιά του. Μ' όλο το φως της οικουμένης να πηγάζει απ' το χαμόγελο του. Πλησιάζει το πιάνο κι η καρδιά μου χτυπάει δυο φορές πιο γρήγορα. Θα παίξει; Μακάρι να παίξει! Εκείνος, όμως εμφανίζει ένα μπουκάλι κι ένα ποτήρι το οποίο και γεμίζει με κόκκινο κρασί. Γελάω, γιατί μου φαίνεται αστείο το να πίνει. Στις συναντήσεις μας εγώ χάνω τον έλεγχο κι εκείνος... Ω! Εκείνος απλά είναι υπέροχος. Πίνει μια γουλιά και βλέπω τα χείλη του να βάφονται για μια στιγμή στο κόκκινο του αίματος. Τα μάτια του βρίσκουν τα δικά μου και με πλησιάζει μ' ένα χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπο του. Γονατίζει μπροστά στο κρεβάτι μου και μου δίνει το ποτήρι. Κοιτάω μια εκείνον, μια το ποτήρι ώσπου το παίρνω και πίνω, προσπαθώντας να αγνοήσω το ότι τα χέρια μου άγγιξαν τα δικά του ένα δευτερόλεπτο. Πίνω δυο γουλιές κι εκείνος παίρνει το ποτήρι απ' το χέρι μου, το αφήνει πάλι στο πιάνο. Επιστρέφει και καρφώνει το βλέμμα του στο ολόγιομο φεγγάρι. Μετά μου τείνει το χέρι του. Πετάω κάτω το τσιγάρο χωρίς δεύτερη σκέψη και πιάνω το χέρι του, εκείνο το απαλό και κομψό χέρι. Με τραβάει κοντά του, μέσα στη δύνη του αρώματος του και της ενέργειας του που διαχέεται από κάθε πόρο του δέρματος του. Τον συνδυασμό αυτών των δύο εδώ και καιρό αποκαλώ μαγεία. Και τότε ο ήχος του πιάνου γεμίζει το δωμάτιο. Μα ποιος παίζει; Δεν προλαβαίνω να κοιτάξω, γιατί εκείνος βάζει το χέρι του στη μέση μου και με το άλλο χέρι κρατάει το δικό μου κι αρχίζει να με στροβιλίζει αργά, στον ρυθμό της μουσικής. Μιας μουσικής που στην αρχή είναι αργή, λες και ο μουσικός θέλει η κάθε νότα να φτάσει στα κατάβαθα της ψυχής σου, ώσπου ο ρυθμός γίνεται ξέφρενος χωρίς, ωστόσο η μελωδία να χάσει την βελούδινη υφή της, τον ρομαντισμό, την λύπη της. Στροβιλίζομαι και στροβιλίζομαι και στροβιλίζομαι κι όταν ανοίγω τα μάτια δεν βρίσκομαι πια στο δωμάτιο μου. Ο ουρανός ανοίγεται από πάνω μου σ' όλο του το μεγαλείο με τη σελήνη να λάμπει ολόγιομη με μερικά αστέρια γύρω της να τρέμουν την ομορφιά της. Χαμογελάω και ο πρίγκιπας μου με σφίγγει πιο πολύ. Ακούω έναν γνώριμο ήχο και το επόμενο δευτερόλεπτο βλέπω τη θάλασσα σκοτεινή και δυσοίωνη, ήρεμη και γοητευτική. Τι πιο όμορφο από έναν σκοτεινό δολοφόνο που σιγοβράζει μέχρι το επόμενο θύμα; Γελάω και χορεύω. Χορεύω και γελάω, ενώ γνωρίζω ότι όλα είναι μια παραίσθηση. Εγώ τη δημιούργησα άλλωστε. Η μουσική σταματάει κι εμείς είμαστε ξέπνοοι. Νιώθω τους χτύπους της καρδιάς μου σ' όλο μου το σώμα, λες και είναι η καρδιά όλου του σύμπαντος που χτυπάει κι όχι η δική μου. Ο όμορφος μου μουσικός σκύβει και νιώθω την ανάσα του στο αυτί μου. “Πες μου. Θα πέθαινες απόψε για την αγάπη;” Καθώς απομακρύνεται το μάγουλο του αγγίζει απαλά το δικό μου. Δεν απαντάω, αλλά τον κοιτάζω κατάματα λες και μπορώ να του στείλω ένα μήνυμα μ' αυτό το τρόπο. Εκείνος ικανοποιημένος χαμογελάει. “Πάμε τότε!” Με παίρνει απ' το χέρι και πάμε εκεί που σκάει το κύμα. Ξαφνικά με γυρνάει προς το μέρος του και τότε μόνο παρατηρώ το λευκό, μακρύ, δαντελένιο μου νυχτικό που το μουσκεύει το νερό που βρέχει τα πόδια μου. Τα χέρια του τυλίγονται στη μέση μου και τη σφίγγουν ελαφρά. Η ανάσα μου είναι ακανόνιστη και τα μάτια του με ρίχνουν σε μια κατάσταση που μοιάζει με νιρβάνα. Σαν σε όνειρο, τα χέρια του σφίγγουν κι άλλο τη μέση μου και με πετάει ψηλά, τόσο ψηλά που για μια στιγμή πίστεψα ότι θα έφτανα στη σελήνη. Χαμογελάω με τα χέρια μου ανοιχτά, πιστεύοντας ότι πετάω. Πετάω! Κι αν ήμουν εγώ το φτερωτό πλάσμα που εμφανίστηκε στις σκιές του τοίχου; Κι αν δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η δική μου αντανάκλαση; Που είναι τα φτερά μου; Και τότε αρχίζω να πέφτω. Νιώθω τη βαρύτητα που έλκει το σώμα μου πίσω στη γη, όπου ανήκω. Μα που είναι τα φτερά μου; Φωνάζω τον όμορφο μου μουσικό και τον βλέπω στην ακτή. Κρατάει κάτι. Κάτι μεγάλο και λευκό. Με τρόμο συνειδητοποιώ ότι είναι τα φτερά μου, τα δικά μου φτερά! Ουρλιάζω και πέφτω. Πέφτω και ουρλιάζω, ενώ ξέρω ότι όλα αυτά είναι μια παραίσθηση που είχα δημιουργήσει ολομόναχη. Πέφτω στο νερό με την πλάτη και ο πόνος μου κόβει την ανάσα. Τα πάντα για μια στιγμή σκοτεινιάζουν, αλλά γρήγορα επανέρχονται. Δεν νιώθω το σώμα μου. Ή μάλλον νιώθω σαν να αποτελούμαι από κάτι πολύ εύθραυστο, πολύ... Δεν έχει σημασία. Επιπλέω στο νερό και βλέπω τον ουρανό, μόνο που δεν υπάρχουν πουλιά για να γιορτάσουν τα κύματα. Δεν υπάρχει λόγος να γιορτάσουν πια. Πριν να ξημερώσει το φεγγάρι μοιάζει χάρτινο. Πριν ξημερώσει το φως της μέρας, το δικό μου φως θα ξεθωριάσει. Κι αν τελικά η φτερωτή μορφή ήταν η δική μου η ψυχή, δεν έχει καμιά σημασία. Την πούλησα στον όμορφο μου μουσικό, στον πρίγκιπα, τον Νοσφεράτου τον τρομερό. Την πούλησα για την αγάπη, πέθανα για την αγάπη, γιατί ήμουν έτοιμη να πεθάνω για την αγάπη. Κι όταν ξυπνήσω, αν ξυπνήσω, τότε την παραίσθηση ξανά θα δημιουργήσω. Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον κόσμο τον ονειρικό χίλιες φορές, παρά στον κόσμο τον υλικό μια και μοναδική.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου