Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Τα φωτεινά βιβλία της Μελβούρνης


Κάθε Ιούνιο, στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, διοργανώνεται το φεστιβάλ Light In Winder. Εκεί, τέχνη, μουσική και παραστάσεις γεμίζουν τη Federation Square της πόλης για 3 εβδομάδες.

Το 2012, μια από τις σημαντικότερες εκδηλώσεις του φεστιβάλ ήταν το έκθεμα Literature vs Traffic, ένα έργο που μετέτρεψε τη μοντέρνα και λίγο ψυχρή αρχιτεκτονική της Federation Square σε έναν ευχάριστο, ανθρώπινο και φιλικό χώρο, που παροτρύνει την ανάγνωση και τη γαλήνη.
Με 10,000 βιβλία που πετάχτηκαν από δημόσιες βιβλιοθήκες, επειδή θεωρήθηκαν παρωχημένα και που ο Στρατός Σωτηρίας μάζεψε και δώρησε στους καλλιτέχνες της ομάδας Luzinterruptus από την Ισπανία, με τα φώτα που χρησιμοποίησαν και με τη βοήθεια πολλών φίλων, το Literature vs Traffic χρειάστηκε έναν ολόκληρο μήνα για να συναρμολογηθεί και να στηθεί. Μια συμβολική κίνηση στην οποία η λογοτεχνία παίρνει τον έλεγχο των δρόμων και κατακτά το δημόσιο χώρο, προσφέροντας στους κατοίκους ένα χώρο στον οποίο η κίνηση υποχωρεί παραδίδοντας έδαφος στην αγνή δύναμη του γραπτού λόγου.

πηγή: somuchreading.com 










Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

"Οι Ονειροπόλοι" (απόσπασμα)

Ο Οδυσσέας βάλθηκε να την κοιτάζει και όσο το έκανε αυτό, όλο και πιο πολύ καταλάβαινε τα λόγια της. Τα ένιωθε καθώς ρίζωναν μέσα του και γίνονταν δικά του. Ο ανοιχτός ορίζοντας ήταν γεμάτος καινούριες πιθανότητες. Όλα ήταν εφικτά, εκεί ψηλά. Ξάφνου τον κυρίευσε η επιθυμία να πάρει την Μαρκέλλα και να φύγουν από εκεί. Να πάνε κάπου μακριά. Πολύ μακριά. Που να μην τους γνωρίζει κανένας, που να μην γνωρίζουν κανέναν. Να είναι μόνοι και ελεύθεροι να κάνουν ότι θέλουν, όποτε θέλουν. Τι όμορφο που θα ήταν αυτό! Αναστέναξε βαθιά και η Μαρκέλλα τον κοίταξε.“Τι έγινε;” ρώτησε. “Μακάρι να μπορούσαμε να φύγουμε από εδώ. Να πάμε κάπου αλλού, μόνο οι δυο μας. Όπου θέλεις. Δεν θα με πείραζε το μέρος.” Το βλέμμα της καρφώθηκε στην θάλασσα που ανοιγόταν πέρα μακριά. Μια εικόνα ξεπήδησε από τα βάθη της συνείδησης της. Εκείνη και ο Οδυσσέας μαζί, να διασχίζουν τους δρόμους του Λονδίνου, τα πρόσωπα τους να φωτίζονται από τις μεγάλες πινακίδες του West End και της Τραφάλγκαρ Σκουέρ. Θα περπατούσαν στα πάρκα και τις πλατείες, θα διέσχιζαν τις γέφυρες και θα πήγαιναν στο θέατρο, στο σινεμά, θα δοκίμαζαν γλυκά και φαγητά, θα επισκέπτονταν τις Αίθουσες Τσαγιού και τα μουσεία. Θα έκαναν βόλτες δίπλα στον Τάμεση και θα έτρωγαν fish n' chips. Θα έμεναν σε μια μικρή πανσιόν, τα βράδια θα διάβαζαν ο ένας στον άλλο. Η εικόνα ήταν τόσο ζωντανή που σχεδόν μύριζε το ζεστό τσάι, τα βουτήματα και το κέικ. Άκουγε τις μελωδίες του Γουέμπερ και του Χάμερστεην. Με τα μάτια της ψυχής της να κοιτάζουν το ηλιοβασίλεμα στα νερά του Τάμεση, έπιασε το χέρι του Οδυσσέα. Εκείνος το έσφιξε και τότε η εικόνα που είχε σχηματιστεί στο μυαλό της ξεθώριασε. Αναστέναξε βαθιά και ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια της. Μοιράστηκαν μια παρατεταμένη ματιά και ένευσαν ο ένας στον άλλο. “Ναι. Χίλιες φορές ναι.” του ψιθύρισε και τα αεροπλάνα που διέσχιζαν τον ουρανό και η μουσική της μπάντας είχαν χαθεί μια για πάντα για εκείνη. Ο Οδυσσέας ένιωσε τα πάντα μέσα του να λιώνουν και να γίνονται ρευστά. Μια περίεργη ζεστασιά απλώθηκε σ' όλο του το σώμα. Πεταλούδες πετούσαν στο στομάχι του και ένιωθε μια συνταρακτική συγκίνηση. Κάτι μέσα του φώναζε ότι αυτό ήταν αγάπη. Αυτή η αίσθηση, η τόσο όμορφη, τόσο υπέροχη που έμοιαζε με ναρκωτικό, ήταν αγάπη. Ξαφνικά ήξερε. Τα μάτια του άγγιξαν το πρόσωπο της σαν χάδι, με το χέρι της ακόμη μέσα στο δικό του. “Σ' αγαπάω, Μαρκέλλα.” η φωνή του ήταν βαθιά, σοβαρή και σταθερή. Η Μαρκέλλα ανατρίχιασε χωρίς να το θέλει κι ένιωσε να γεμίζει. Όλα μέσα της γέμισαν με αγάπη και το συναίσθημα αυτό ήταν τόσο έντονο που έκανε την ανάσα της ακανόνιστη και γέμισε με δάκρυα τα μάτια της. Δάγκωσε τα χείλη της και πεταρίζοντας τα βλέφαρα της, τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της. “Σ' αγαπάω. Κι εγώ σ' αγαπάω.” είπε σιγανά και θα το έλεγε ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι να ματώσουν τα χείλη της. Ένιωθε ολόκληρο το σώμα της να τρέμει. Ήξερε ότι αυτό που ένιωθε ήταν δυνατό, αληθινό, σχεδόν δυσβάστακτο για το θνητό της σώμα, όμως ήταν ευτυχισμένη. Ήταν σίγουρη ότι έτσι θα ένιωθε μόνο μια- δυο φορές στη ζωή της. Ή μπορεί να μην υπήρχε καν δεύτερη. Ο Οδυσσέας, με μεγάλη δυσκολία, πήρε το βλέμμα του απ' το πρόσωπο της και κοίταξε τον ουρανό. Η μουσική είχε σταματήσει όπως και το πήγαινε- έλα των αεροπλάνων. “Τέλειωσε η παρέλαση.” είπε δυνατά με ασταθή φωνή. Η Μαρκέλλα τον πλησίασε τόσο, που το μπράτσο της άγγιξε το δικό του. “Ναι, τέλειωσε.”

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Οι Ταξιδευτές



Όταν εσείς μιλάτε για θεό, εγώ μιλάω για Τέχνη, γιατί έχω δει άντρες και γυναίκες να αποθέτουν με τα ίδια τους τα χέρια την φωτεινή τους ψυχή στον βωμό της. Έχω δει ιέρειες ντυμένες στ' άσπρα να δοξάζουν μπροστά σ' ένα καθρέφτη εκείνη την ανώτερη δύναμη που τις εμπνέει. Έχω ακούσει ιστορίες για τους αγώνες ενός πιστού, τις δυσκολίες που πέρασε μέχρι να μπορέσει να μοιραστεί το θείο δώρο που είχε λάβει. Έχω δει ανθρώπους να μεταμορφώνονται μέσα σε μέτρα και νότες, κλειδιά και πεντάγραμμα, χορδές και πλήκτρα. Είναι εκείνη η έκσταση την οποία έχω δει κι έχω νιώσει. Είναι η κατάσταση εκείνη στην οποία πέφτει κανείς είτε ακολουθώντας μονοπάτια χαραγμένα στο χαρτί είτε χρωματίζοντας τα με πινέλα και μπογιές είτε βρίσκοντας τα μέσα σε εικόνες και πρόσωπα. Τότε ο υλικός κόσμος σβήνει, γίνεται θολός. Το βλέμμα του πιστού, του τελετουργού χάνεται σ' ένα απροσδιόριστο σημείο στο κενό ή πολλές φορές στον ουρανό. Οι ήχοι και τα χρώματα γύρω του χάνονται και δίνουν την θέση τους σ' ένα νέο κόσμο, φτιαγμένο από ιδέες, οπτασίες, όνειρα, οράματα και εύθραυστες νεφέλες. Πέφτοντας σε έκσταση ο καλλιτέχνης γίνεται Ταξιδευτής. Ο Ταξιδευτής, λοιπόν, είναι μόνος σ' αυτόν τον κόσμο, όμως μην πιστέψετε ότι είναι ο μοναδικός. Η μοναξιά του Ταξιδευτή είναι μια μοναξιά γλυκόπικρη, γιατί μόνο όταν βρίσκεται μόνος σ' εκείνον τον κόσμο τον ιδεατό νιώθει πραγματική ευτυχία. Ξέρω ότι είναι παράξενο, αλλά έτσι κι αλλιώς οι Ταξιδευτές διαφέρουν απ' τον υπόλοιπο κόσμο. Φανταστείτε την ψυχή τους και το μυαλό τους σαν δυο τρένα με πολλά βαγόνια. Κάθε βαγόνι αντιπροσωπεύει ένα κομμάτι του εαυτού τους. Τα βαγόνια των Ταξιδευτών χωρίζονται με παραπετάσματα τόσο λεπτά, ώστε τα ερεθίσματα απ' το ένα βαγόνι στο άλλο περνάν ελεύθερα, σε αντίθεση με τον υπόλοιπο κόσμο του οποίου τα βαγόνια χωρίζονται με μεγάλες, βαριές πόρτες ασφαλείας. Έτσι οι Ταξιδευτές έχουν πρόσβαση σε απύθμενα σημεία της συνειδήσεως τους, της ψυχής τους. Έχουν πρόσβαση σε γνώσεις και συναισθήματα που η γέννηση τους χάνεται στα βάθη του χρόνου. Φτάνει στις απαρχές της ανακάλυψης της Τέχνης, τότε που το καταραμένο ον που ονομάζεται άνθρωπος δεν ήταν παρά ένα πλάσμα που λίγο διέφερε απ' τα άλλα ζώα, που επικοινωνούσε με άναρθρες κραυγές, που μάθαινε σιγά σιγά να δημιουργεί Τέχνη και Αρετή. Οι Ταξιδευτές μας βρίσκονται σ' επαφή με την συλλογική ψυχή, την ψυχή του κόσμου, την anima mundi. Οι Ταξιδευτές δεν έχουν εθνικότητα ή πατρίδα. Είναι όντα παγκόσμια, γιατί η ψυχή τους είναι και ψυχή όλου του κόσμου. Ότι κάνουν, το κάνουν για την ανθρωπότητα, άσχετα αν πολλές φορές πιστεύουν το αντίθετο. Κι έτσι φτάνουν στην θέωση. Γι' αυτό κι εγώ μιλάω για Τέχνη, όταν εσείς μιλάτε για θεό. Ο Θεός δεν έχει την κατοικία του στον Παράδεισο ή όπου αλλού υποστηρίζει η κάθε θρησκεία, το κάθε δόγμα. Όχι. Ο Θεός έχει τον θρόνο του στις ψυχές των ανθρώπων. Είναι χαραγμένος ανεξίτηλα στο υποσυνείδητο όλων, σε κομμάτια της ψυχής που οι Ταξιδευτές έχουν πρόσβαση. Όταν, λοιπόν, ο κάθε Ταξιδευτής ασκεί την Τέχνη του, δεν λαμβάνει χώρα απλά κάποια παράσταση, δεν γράφεται απλά ένα βιβλίο, δεν δημιουργείται ένας πίνακας ή μια ταινία, αλλά τελείται η υψίστη και πιο αγνή θεία λειτουργία. Μια λειτουργία που ευλογεί και καθαγιάζει ολόκληρη την οικουμένη. Γι' αυτό μην κρίνετε τους Ταξιδευτές και τα δημιουργήματα τους, γιατί η επιρροή αυτής της ανώτερης δύναμης δεν γνωρίζει όρια παρά εκείνα που της βάζει ο ίδιος ο δημιουργός της. Απ' την στιγμή που δεν γνωρίζουμε αυτόν τον δημιουργό, πως μπορούμε να ξέρουμε αν έχει όρια ή ακόμα κι αν έχει, πως ξέρουμε ποια είναι;