Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Δεν υπήρχε πια σκηνή. Δεν υπήρχε πια θέατρο ή ταξιθέτριες ή κόσμος που ψιθύριζε. Υπήρχαν δέντρα και χορτάρι και η ήπια μυρωδιά της βροχής. Από κάπου μακριά ακουγόταν το κελάρυσμα ενός ρυακιού, βήματα, φτερουγίσματα κι ένα σωρό άλλοι ήχοι του δάσους. Ελαφρό αεράκι έκανε το φύλλωμα των δέντρων να χορεύει και το χορτάρι να λικνίζεται. Κάπου μια κουκουβάγια σήμανε το ξεκίνημα της νύχτας και τότε το φως της ολόγιομης σελήνης έπεσε μπροστά του, μερικά μέτρα μακριά, φωτίζοντας ένα λεπτό, αχνό μονοπάτι. Άκουσε θόρυβο και την επόμενη στιγμή μια σιλουέτα φάνηκε πίσω από το μονοπάτι του φεγγαριού. Την έβλεπε που τον πλησίαζε. Την ένιωθε. Ένιωθε την αύρα της. Ήταν κάτι το δροσερό, ανάλαφρο, ήρεμο και σχεδόν μαγικό. Κάτι αρχέγονο μέσα του που αναγνώρισε ή θυμήθηκε κάτι από την σκηνή που τον τύλιγε, έκανε την καρδιά του να χτυπήσει πιο γρήγορα. Ήταν ωστόσο μια όμορφη αίσθηση, όπως όταν περιμένεις κάτι όμορφο. Ομορφιά. Αυτό ήταν που αντίκρισε ο Οδυσσέας. Ήταν εκείνη και ήταν η σελήνη. Κατάλαβε πως η λάμψη που αντιφέγγιζε στο πρόσωπο της ήταν η ίδια η σελήνη. Χλωμή και γοητευτική. Τα μάτια της έμοιαζαν φτιαγμένα από πολύτιμα πετράδια. Τα χείλη της ήταν κερασένια και... και σχεδόν μπορούσε να τα γευτεί! Τα μαλλιά της έπεφταν λυτά στους ώμους της και οι ατημέλητες, χαλαρές της μπούκλες χόρευαν σε κάθε της βήμα. Οι πτυχώσεις του φουστανιού της βάλθηκαν να κάνουν μια αέρινη κίνηση. Ο τρόπος που κινούσε τους γοφούς της, τα χέρια της, μέχρι και τα ντελικάτα πόδια της, ήταν άκρως θηλυκός και λεπτεπίλεπτος. Εκείνη τη στιγμή θα έβαζε το χέρι του στη φωτιά ότι η Μαρκέλλα ήταν φτιαγμένη από κάτι απαλό και μαλακό και όμορφο, σαν τα σύννεφα ή την ομίχλη. Το αεράκι που φυσούσε έφερε στους οσφρητικούς του κάλυκες το άρωμα της, εκείνο που θύμιζε μοσχολέμονο και γιασεμί ταυτόχρονα. Ανάπνευσε βαθιά, λες και το άρωμα της ήταν που έκανε την καρδιά του να χτυπάει, που τον κρατούσε στην ζωή. Ένιωθε λες και μ' αυτό τον τρόπο όλα όσα ήταν ή Μαρκέλλα έφταναν στα κατάβαθα της ψυχής του. Ήθελε κάθε μόριο του κορμιού του, κάθε σταγόνα του αίματος του να γίνει δική της και μόνο δική της. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά νόμιζε πως η επίδραση της πάνω του ήταν όμοια μ' εκείνη των ναρκωτικών. Ναι. Αυτό ήταν. Η Μαρκέλλα ήταν το ναρκωτικό του. Και όσο περπατούσε και μείωνε την απόσταση ανάμεσα τους, εκείνος τόσο περισσότερο έχανε τον εαυτό του. Ξαφνικά, για πρώτη φορά στη ζωή του, επιθυμούσε τα χείλη κάποιας. Επιθυμούσε όσο τίποτε άλλο τα χείλη της. Να τα φιλήσει, να τα νιώσει πάνω στα δικά του, να την σφίξει πάνω του, να νιώσει το σώμα της, την ζεστασιά της, να μυρίσει τα μαλλιά της και το δέρμα της. Να ακούσει την ανάσα της. Να ακούσει το όνομα του από τα χείλη της. Αυτά τα χείλη τα καλοσχηματισμένα, τα βελούδινα, τα κερασένια, να λένε...