Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Τα Κεριά

Ανάβω ένα κερί για όλες εκείνες τις στιγμές
που δεν κοιμηθήκαμε μαζί.
Για τις νύχτες τις θλιμμένες, τις σκοτεινές που μυρίζουν
Μπαρούτι και γη υγρή.
Για μαξιλάρια από δάκρυα μουσκεμένα,
για μάτια κόκκινα, πρησμένα, ολότελα αλλαγμένα.

Ανάβω ένα κερί για τα μοναχικά πρωινά,
μύριζαν τσάι και βροχή,
που με καρέκλα απέναντι σου αδειανή,
αναρωτιόσουν τι έχει να προσφέρει η ζωή.
Για διαδρομές με λεωφορεία και ταξί,
με φώτα νυσταλέα, σχεδόν νεκρά,
σε δρόμους ακόμα κοιμισμένους,
πριν ακόμα η πόλη απ’ την λήθη βγει.

Ανάβω ένα ακόμα κερί
για τις δίχως απάντηση ερωτήσεις,
τις άδειες αγκαλιές, του κρεβατιού τις κρύες γωνιές,
τα γέλια, τις ματιές και τις στιγμές
που έμειναν μισές. Αμοίραστες.
Από μοναξιά άρρωστες κι αδύναμες.

Κι ένα κι ακόμα ένα
για τον πόνο που δεν περνούσε,
για την μια ψυχή που την άλλη αναζητούσε,
τον δρόμο προς τον θάνατο να βρει δεν μπορούσε.

Ανάβω ένα κερί για τότε που δεν ήμουν εκεί,
Να σε προστατέψω απ’ του κόσμου την βία,
Την οργή.
Για τότε που καταφύγιο δεν είχες να κρυφτείς.
Για τις πληγές του κορμιού και της ψυχής,
βασανίζουν όλους όσους ζούνε επί της γης.

Και στο τέλος χίλια θ’ ανάψω κεριά
για τα χρόνια που πέρασαν τα επτά.
Για τις κραυγές μας τις διπλές
που με είδωλα γέμισαν το μυαλό,
ράγισαν την καρδιά σε κομμάτια εκατό.

Το σπίτι ολόφωτο καθώς θα’ ναι,
στο κέντρο του θα ξαπλώσω εγώ.
Φουστάνι λευκό θα φορώ,
κραγιόν πορφυρό,
κάτι μπλε και κάτι παλιό.
Θ’ αφήσω τα κεριά τελείως να καούν,
οι τολύπες του καπνού να με καταπιούν.
Κι αν το σπίτι πιάσει φωτιά,
δεν με νοιάζει πια.